γαγγαλίζω

γαγγᾰλ-ίζω, later form of [dialect] Att. γαργαλίζω, Phryn.77, Anacreont.5.7 (but the contrary is stated in Phryn. PSp.56 B.).

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • γαγγαλίζω — pres subj act 1st sg γαγγαλίζω pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γαγγαλίζω — (Α) γαργαλίζω. [ΕΤΥΜΟΛ. Άλλος τ. του γαργαλίζω*, που συνδέεται με τις γλώσσες του Ησυχίου γαγγαλάν, γαγγαλίζεσθαι «ήδεσθαι», γαγγαλίδες «γελασίνοι»] …   Dictionary of Greek

  • γαγγαλίζειν — γαγγαλίζω pres inf act (attic epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γαγγαλίζεσθαι — γαγγαλίζω pres inf mp …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γαγγαλίζεται — γαγγαλίζω pres ind mp 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.